1.ΕΤΟΙΜΟΣ ΓΙΑ ΑΠΟΓΕΙΩΣΗ
- Δύο ώρες πριν το ραντεβού ....
Ένιωσε ένα χέρι να τον σκουντάει. Αυτόματα πετάχτηκε πάνω, το χέρι από ένστικτο πήγε πίσω από τη μέση και ακούμπησε το όπλο. Ο πιτσιρικάς με το λευκό πουκάμισο τον κοίταξε τρομαγμένος.
"Τι τρέχει ρε μικρέ ;""Συγγνώμη αλλά κλείνουμε, μήπως μπορείτε να με πληρώσετε ;" ρώτησε σχεδόν τραυλίζοντας.Βγήκε έξω από την καφετέρια και ο αέρας τον ξύπνησε για τα καλά.Βεβαιώθηκε πως το όπλο ήταν στη θέση του.Πάντα τα σιχαινόταν τα κουμπούρια αλλά με τους καριόληδες που είχε μπλέξει δεν γινόταν αλλιώς.Πόση ώρα είχε κοιμηθεί ;"Δεν γαμιέται είμαι ακόμα ζωντανός", μονολόγησε.Μπήκε μέσα στο μικρό renault που είχε "δανειστεί" όταν έφτασε στην πόλη.Ένωσε τα καλώδια,ο μικρός κινητήρας ζορίστηκε λίγο αλλά πήρε μπροστά.Η βροχή είχε αραιώσει την κίνηση στην πόλη.Παιδεύτηκε λίγο αλλά βρήκε το εργοστάσιο που είχε κρύψει την μηχανή.Δεν γινόταν να κυκλοφορήσει με αυτήν.Πόσες Ντουκάτι να υπήρχαν σε αυτήν την κωλόπολη; Παράτησε το αυτοκίνητο πίσω από ένα φορτηγό έβαλε το κράνος και ξεκίνησε.Σε δύο ώρες έπρεπε να είναι στο ραντεβού.Ο σύνδεσμός του τα είχε κανονίσει όλα. Θα έπαιρνε το δέμα και θα το παρέδιδε εκεί που του είχαν πει.Εύκολη δουλειά και με καλό κέρδος.Έτσι τουλάχιστον έμοιαζε στην αρχή.
- 2 μέρες πριν το ραντεβού ....
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν ο Ντράγκαν έστριψε αριστερά στο αδιέξοδο και μπήκε βιαστικά στο μπαρ.Του πήρε λίγη ώρα να συνηθίσει το σκοτάδι και την κάπνα από τα τσιγάρα αλλά δεν άργησε να εντοπίσει αυτόν που έψαχνε.Έτσι κι αλλιώς πάντα στο ίδιο τραπέζι τον έβρισκε.Πλησίασε τον τύπο με τα μακριά μαλλιά και το δερμάτινο μπουφάν που καθόταν στο τελευταίο τραπέζι.Δεν άλλαξε ο μαλάκας σκέφτηκε.Από εκεί έβλεπε σχεδόν όλο το μαγαζί και η πόρτα που οδηγούσε στο δρομάκι που έβγαινε στον κεντρικό δρόμο ήταν δίπλα.Βάζω στοίχημα πως εκεί έχει παρκάρει την μηχανή.Πήρε την καρέκλα και έκατσε χωρίς να ρωτήσει.Έβγαλε το πακέτο από το σακκάκι, άναψε τσιγάρο και το άφησε ανοιχτό πάνω στο τραπέζι.
-Με χαλάει η μάρκα σου , μουρμούρισε ο μαλλιάς χωρίς να τον κοιτάξει.Ο Ντράγκαν έκανε νόημα στην σερβιτόρα, ένα ποτήρι προσγειώθηκε στο τραπέζι αμέσως.Σερβιρίστηκε μόνος του από την βότκα που υπήρχε.
-Στην υγειά σου είπε στον μαλλιά.
-Ότι πεις , είπε ο μαλλιάς και τον κάρφωσε στα μάτια.
-Σε ψάχνω καιρό που χάθηκες ;
-Στις πληροφορίες ρώτησες ;
-Σε θέλω για δουλειά.
-Κι εγώ σε θέλω πολύ μωρό μου.
Ο μαλλιάς έβγαλε και έστριψε τσιγάρο.
-Πόσα ; ρώτησε χωρίς να το σκεφτεί
-Ένα τάληρο,τα μισά μπροστά και τα υπόλοιπα με την παράδοση
όπως πάντα.
-Και οι τόκοι οι μπάτσοι όπως την άλλη φορά στο Βελιγράδι;
-Συμβαίνουν αυτά, μουρμούρισε ο Ντράγκαν καθώς άναβε κι
άλλο τσιγάρο.
Σηκώθηκε και άφησε ένα χαρτονόμισμα στο τραπέζι.
-Αύριο στις 8, πέταξε φεύγοντας.Τον ήξερε χρόνια τον Ντράγκαν.Είχαν γνωριστεί σ' ένα μπαρ στο Βελιγράδι.Είχε πάει να παραδώσει ένα δέμα.Αυτή ήταν η δουλειά του.Ο άλλος προστάτευε κάτι τελειωμένες ξανθιές.Μια παρέα στράβωσε γιατί λέγανε ο Ντράγκαν τους έριξε στα λεφτά.Βγήκαν μαχαίρια βρέθηκε στριμωγμένος με τρία γομάρια απέναντί του.Δεν είχε σκοπό να μπλεχτεί.Είχε μάθει χρόνια τώρα να μην ανακατεύεται σε ξένες δουλειές.Ένα γομάρι όμως την είδε στραβά με την πάρτη του και τον απείλησε.Τον ξάπλωσε εύκολα με μια μπουνιά στο δόξα πατρί,του την έπεσε και ο δεύτερος,γλύτωσε αυτός γλύτωσε και ο Ντράγκαν που όσο γινόταν αυτά κοπάνησε ένα μπουκάλι στο κεφάλι του τρίτου μαλάκα.Χβάλα,χβάλα γέλαγε ο Σέρβος,επέμενε να τον κεράσει. Ένα χρόνο μετά τον βρήκε και τον έστειλε στο ίδιο μπαρ να παραδώσει ένα δέμα.Είχαν ανοίξει οι δουλειές του απ' ότι έμαθε.Ξέχασε όμως να του πει πως η δουλειά ήταν καρφωμένη κι έτσι βρέθηκε με τους μισούς μπάτσους της Σερβίας ξοπίσω του.Περασμένα ξεχασμένα σκέφτηκε.
-Μωρέ αν δεν είχα ανάγκη τα φράγκα θα έπαιρνες το τρίτο το μακρύτερο, μουρμούρισε καθώς έβαζε μπροστά τη μηχανή.
0 μπήκαν στον κόπο να σχολιάσουν:
Δημοσίευση σχολίου