Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΠΟΛΗ ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

ΟΡΟΦΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

Ο Γιώργος σηκώθηκε από το κρεβάτι, άναψε τσιγάρο και πήγε καρφί στην κουζίνα να φτιάξει καφέ, σέρνοντας τις παντόφλες του .Σκόνταψε σε μια καρέκλα,κοπάνησε το ντουλάπι να κλείσει,μουρμούρισε γιατί δεν έβρισκε τη ζάχαρη."Όλο τα αλλάζει θέση η γκιόσα." Μέχρι να βράσει ο καφές, άναψε δεύτερο τσιγάρο κι έμεινε να κοιτάει την απέναντι πολυκατοικία.Ένας ακάλυπτος γεμάτος σκουπίδια και κάτι μαραμένα φυτά τους χώριζαν.Καρφώθηκε στο πρώτο παράθυρο από αριστερά όπου έμενε μια φοιτήτρια της νομικής.Μάταια ξεροστάλιαζε στο παράθυρο με την ελπίδα πως θα βγει γυμνή ή θα την πετύχει να αλλάζει ρούχα.Τις ώρες που αυτός ήταν ξύπνιος αυτή κοιμόταν και το αντίστροφο.Πετάχτηκε απότομα καθώς άκουσε τον καφέ να χύνεται από το μπρίκι.Έριξε ένα μπινελίκι που το είχε πρόχειρο,πήρε ένα φλιτζάνι και έκατσε στο τραπέζι με το πλαστικό τραπεζομάντιλο.Έκανε ένα τσιγάρο ακόμα με τον καφέ και πήγε να ξυριστεί πριν ξυπνήσει η κόρη του και κάνει κατάληψη στο μπάνιο.Αφηρημένος όπως ήταν κόπηκε.Κόλλησε ένα κομμάτι χαρτί υγείας να σταματήσει το αίμα,έδεσε στραβά τη γραβάτα και ξεκίνησε για το γραφείο.Το σαράβαλο τον παίδεψε λίγο να πάρει μπροστά, έβαλε πρώτη και ασυναίσθητα κοίταξε στον τρίτο όροφο όπου είδε φως. "Τι σκατά κάνει ξύπνιος τέτοια ώρα ο παλαβός; " μουρμούρισε και έδωσε γκάζι να μη σβήσει το παλιό Φίατ.


ΟΡΟΦΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

Πίσω από ένα γραφείο γεμάτο σκόνη,και βιβλία με ακόμη περισσότερη σκόνη καθόταν ένας τύπος γύρω στα τριάντα.Τα μακριά του μαλλιά, και τα γένια ξεγελούσαν τους περισσότερους αλλά δεν είχε πάνω από δέκα χρόνια που κατέβηκε από το χωριό του να σπουδάσει.Πρώτος πέρασε στη Σχολή και η μάνα του από τη χαρά της κέρασε όλο το χωριό.Μέχρι και ένα λουλουδάτο φόρεμα ξέθαψε από το μπαούλο και φόρεσε για την περίσταση.Κι ας μουρμούριζε η φαρμακόγλωσσα η γειτόνισσα πως είναι ντροπή για μια χήρα.Την πρώτη μέρα στη καφετέρια απέναντι από τη Σχολή, είδε για πρώτη φορά την Αγγελική.Ένα μήνα μετά κατέβηκαν μαζί στην πορεία.Κάτι έγινε.Μια κάποια ταραχή και βρέθηκε να την τραβάει μέσα από τα χέρια των ΜΑΤ.΄Ένα ανυπόμονο όργανο της τάξης,σήκωσε το γκλομπ,μπήκε μπροστά αυτός να την προστατεύσει ,την έφαγε στο κεφάλι.Ξύπνησε την επόμενη στο νοσοκομείο μ' έναν επίδεσμο στο κεφάλι και την μνήμη σβησμένη.Όλοι οι φίλοι εξαφανισμένοι μαζί τους και η Αγγελική.Κάποιος βρήκε ένα χαρτί με τη διεύθυνσή του,τον έστειλαν σπίτι με το ασθενοφόρο.Πάνε πέντε χρόνια που μένει μοναχός.Μια γυναίκα από την ενορία περνάει δύο φορές την εβδομάδα,καθαρίζει το σπίτι και γεμίζει τάπερ με φαγητό.Αφήνει και πέντε φράγκα για ώρα ανάγκης.Σπάνια βγαίνει από το σπίτι.Μόνο όταν ξεμένει από αλκοόλ και τσιγάρα.Τα μωρά της γειτονιάς του κάνουν τη ζωή δύσκολη και δεν έχει κέφια.Σπάνια μιλάει.Λίγες κουβέντες κι αυτές ασυνάρτητες.

ΟΡΟΦΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ (ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ)

Η Άννα ξύπνησε μ' ένα γλυκό μούδιασμα σε όλο το σώμα και ένα ασήκωτο βάρος στο κεφάλι.Έψαξε στα τυφλά κι άναψε το κόκκινο φωτιστικό σε σχήμα καρδιάς δίπλα από το κρεβάτι.Ένα αντρικό σώμα ξεπρόβαλε κάτω από τα σεντόνια."Ακόμα κοιμάται ο μαλάκας," μουρμούρισε.Έστριψε τσιγάρο κι έκατσε πάνω σ' ένα σκαμπό.Έπιασε την κιθάρα και άρχισε να γρατζουνάει. Ο μαλάκας σήκωσε το κεφάλι,κάτι μουρμούρισε και ξανάρχισε να ροχαλίζει.Αυτή συνέχισε να κρατάει την κιθάρα, τα δάχτυλα πηγαινοερχόταν πάνω στις χορδές χωρίς να παίζει κάτι.Απλά έβγαιναν ήχοι χωρίς σειρά και νόημα.Θυμήθηκε τα μαθήματα πιάνου που της είχε επιβάλλει η μάνα της.Αναγούλιαζε μόνο με την ιδέα.Όπως και με τους συμμαθητές της στο πανάκριβο ιδιωτικό σχολείο,με τα παχιά χαλιά στο σαλόνι τους και τα καλογυαλισμένα ασημικά πάνω στα έπιπλα αντίκες.Ο δάσκαλος της μουσικής, ένας Γάλλος, τα παράτησε απελπισμένος πάνω στον μήνα κι αυτή έμαθε να παίζει πέντε νότες από τον Μιχάλη.Τρία χρόνια μεγαλύτερός της, είχε παρατήσει το σχολείο για να κάνει καριέρα μ' ένα ροκ γκρουπάκι της πλάκας που είχαν φτιάξει με κάτι ρεμάλια.Πάντα πρώτος ο Μιχάλης.Πρώτος στη μπάλα πιτσιρικάς,πρώτος στη σούζα και στις κόντρες με τα μηχανάκια αργότερα,πρώτος την έκανε και από τον μάταιο τούτον κόσμο όταν ένας ταρίφας παραβίασε το STOP και τον χτύπησε με το GSXR που κατέβαινε με τα όσα την κεντρική λεωφόρο.Με το που ήρθε η Άννα εδώ για να σπουδάσει επένδυσε τα δύο πρώτα νοίκια για να αγοράσει ένα παπάκι.Έτσι για να θυμάται πως ήταν όταν τις έκανε μαθήματα οδήγησης ο Μιχάλης μ' ένα δανεικό παπάκι στην πλατεία όπου άραζαν τα βράδια. Φυσικά οι γονείς της ούτε να ακούσουν δεν ήθελαν για μηχανάκι.Πριν ακόμα κλείσει τα 18,ο πατέρας της της αγόρασε ένα ολοκαίνουργιο GOLF.Το κυκλοφορούσε μόνο όταν έβρισκε σοφέρ,όπως έλεγε,σαν τον μαλάκα που ροχάλιζε καλή ώρα.Ξαφνικά πήρε την κιθάρα και την κοπάνησε με δύναμη στο κρεβάτι. Ο τύπος πετάχτηκε απότομα πάνω."Είσαι τρελή;" ρώτησε ουρλιάζοντας."Δίνε του", απάντησε η Άννα ήρεμη."Άντε παράτα μας",πρόλαβε να πει, πριν γυρίσει πλευρό και δει την κιθάρα να σκάει με μεγαλύτερη φόρα ,αυτή τη φορά δίπλα στο κεφάλι του."Δεν πας καλά", της φώναξε από την πόρτα.
"Χεστήκαμε",απάντησε η Άννα χαϊδεύοντας την κιθάρα σαν να την παρηγορούσε , πριν ξεσπάσει σ' ένα άγριο γέλιο που την τράνταξε ολόκληρη.

0 μπήκαν στον κόπο να σχολιάσουν:

Δημοσίευση σχολίου